Κάτι άλλο, αλλά σπουδαίο. Η συνταγή του άσωτου υιού και εμείς. ΜΕΡΟΣ Β

ο άσωτος εν "αυτοεξορία"

ο άσωτος εν "αυτοεξορία"

ΜΕΡΟΣ Β

Ενδιαφέρει γονείς,

άσωτους υιούς

και υπάκουους υιούς

Κάποτε με κρατούσε η περιέργεια να μάθω λίγα πράγματα για την παραβολή του άσωτου υιού. Βρήκα πολλές αναφορές τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. Στην προσπάθειά μου να βρω κάτι σχετικό, πιο αληθινό και κοντά στη δική μου αντίληψη, εντόπισα ένα κείμενο που πραγματικά είναι τόσο σπουδαίο που το φύλαξα. Νομίζω είναι η καλύτερη ερμηνεία της γνωστής παραβολής. Η γενικότερη εξήγησή της έχει βάθος, διεισδυτική δύναμη, λεπτομερειακή διάσταση, ωφελιμιστική ικανότητα και δυναμική. Είναι χρήσιμο στη σύγχρονη γενεά και εμπεριέχει μέσα της αλήθειες. Εκείνο που με συγκλόνισε είναι η επισήμανση ότι ο άσωτος υιός σώζεται και ο μεγαλύτερος αδελφός ο οποίος ήταν πάντα κοντά στον πατέρα και έκαμνε τα θελήματά του, όχι. Είναι τρομακτικό αλλά και η αλήθεια. Γιατί δίνει την πραγματική διάσταση της θρησκείας μας. Να κοιτάζουμε την ουσία και όχι τους τύπους. Εγκληματίες και άσωτοι μπορούν να σωθούν ενώ εκείνοι που παιδιόθεν βρίσκονται κοντά ή μέσα στην εκκλησία μπορεί όχι.. Την μεταφέρω στο δικό μου blog ελπίζοντας σωστή πληροφόρηση μέσω του σπουδαίου αυτού άρθρου με συγγραφέα τον π Αρχιμ. Βασίλειο Γοντικάκη, Προηγουμένο Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους. Η Το κείμενο αυτό ίσως να εντυπωσιάσει εκείνους που ενδιαφέρονται για πράγματα πέρα από την καθημερινότητα και την υλιστική ζωή όπου ζούμε. Αλλά και όλους εκείνους που ίσως έχουν κάποια λανθασμένη αντίληψη περί της εκκλησιαστικής ζωής.

Επειδή είναι λίγο μεγάλο το κείμενο το χώρισα σε τέσσερα μέρη. Σήμερα το Β΄ Μέρος.

άσωτος με πατέρα

Ο άσωτος επιστρέφει στην "πατρίδα"

ΜΕΡΟΣ Β

Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα

Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πή τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλο του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας ακούσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πή. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός πού αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη δρώμενος υπό τίνος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ’).

Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα πού πρέπει να βγή από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, άλλα δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημα του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπλήρωση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χεί­μαρρο της αγάπης πού τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ’ Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημα του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, πού με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα πού γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ’ αυτόν τον γιο πού είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να άρθρωση τα άρρητα ή πώς να μείωση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεως τους ιερουργείτε σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης πού παραλύει τη γλώσσα.

Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν … ενδύσατε … θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.

Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», πού ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά πού έζησαν και πού ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.

Δεν μίλησε ό πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου πού επρό­κειτο να πέραση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας πού φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αίσθήσεως. Όλα τα ζή. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πή ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια πού πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.

Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, πού υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πή στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χάμου, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύ­πτοντας τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, πού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λει­τουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.

Επιστροφή πού σε ελευθερώνει

Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζήτηση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γι’ αυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Όμως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κα­τακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νοιώθεις ανάξιος γι’ Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέσι του δούλου, πού σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, πού τόσο αγαπά, πού τόσο συγχωρεί, πού σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.

Γι’ αυτό οι Άγιοι, τα παιδιά του Θεού, ονομά­ζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νοιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει με τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά χάρι και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, οπού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσ­δοκίες· υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.

Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα πού θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωσι. Του αρκεί να είναι στο σπί­τι του Πατρός. «Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» (Ψαλμ. 83, 11). Δεν ζήτα χαρίσματα -αυτό γίνεται εκ βαθέων- γι’ αυτό του δίδονται όλα.

Όταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Όταν δεν ζητάς τίποτε -ούτε να γίνης δούλος-τα παίρνεις όλα.

Επειδή είναι αληθινή η μετάνοια του, ήδη τον έβαλε στον Παράδεισο· διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο πατέρας. Γι’ αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό. Ενδύει τη χαρά με τη χα­ρά. Τον υιό τον άξιο του πατέρα με τη στολή την πρώ­τη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Όπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος πού πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία -«η γη αυτό­ματη καρποφορεί» (Μάρκ. 4, 28)- έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμέ­νου γιου, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.

Αλλιώς -αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάν­των συντριβή- δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μονα­δική χαρά, την πανηγύρι της αγάπης· όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.

«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει άφ’ υμών» (Ίω. 16, 22). Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαίρεση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ό Χριστός πού ζη μέσα του. Δεν ζη πια αυτός.

Επιστροφή πού σε πνίγει

Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει -πού είναι γεννητική της άφθαρτου δόξης- αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάσι του πρεσβύτερου υιού, πού δεν είναι επιστροφή αλλά πε­ριπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:

Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τί φταις και σε τί φταίω. Να βρούμε έναν τρόπο συμβιώσεως.

Όχι ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μια και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνό­μουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.

Λοιπόν, τί λες τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώ­σεως, ναι ή όχι;

Και μην κράτησης κακία. Άλλα να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νοιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.

Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί αυτή η λογική δεν έχει σχέσι με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλασι της «δικαιοσύνης».

Υπάρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνησι σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή πού είναι μεγαλύτερη απομάκρυνσι από το σπίτι.

Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα. Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό

Από τον μακρινό αγρό, οπού έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.

Είναι άνανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, πού μένει στο σπίτι, αρνείται να μπή μέσα.

Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήματα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θόλωση την καθαρότητα της γιορ­τής. Να μην αφήση καρδιά απλήγωτη. Άλλα ο πα­τέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανο­χής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».

Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύ­τερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γι’ αυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει -«δραμών»- όπως στην περίπτωσι του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Καί δεν τον «καταφιλεί» -αν έκανε κά­τι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο-ούτε καν τον φιλεί. Μόνο του μίλα παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρε­σβύτερου υιού.

Σαν να είχε έτοιμη την επίθεσι (όπως ο νεώτε­ρος την εξομολόγησι). Λες και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι…»

Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως

πατέρα, άλλα σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.

Μέσα σ’ όλην αυτή τη νομικίστικη σχέσι δικαιώ­νει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει από­λυτα τον πατέρα του.

«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είμαι εν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.

Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».

Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.

Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιο του πατέρα του. Και το σφάλμα του νεωτέρου, πού δεν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε πε­ριουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πόρνων».

Η πρώτη διόρθωσι του πατέρα γίνεται με την προσφώνησι: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.

Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτε­ρου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Συ πάντοτε μετ’ εμού ει». Είσαι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ίω. 8, 35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ίω. 14, 10).

Και στην αίτησι του ελαχίστου και μικρού -ερι­φίου- απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σα εστί».

Στην οργή και στο μίσος πού τον κατατρώει («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») αντιπαραθέτει το «ευφρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.

Advertisements
This entry was posted in Πνευματικά. Bookmark the permalink.

3 Responses to Κάτι άλλο, αλλά σπουδαίο. Η συνταγή του άσωτου υιού και εμείς. ΜΕΡΟΣ Β

  1. Ο/Η Kostas λέει:

    Αγαπητέ συντάκτη

    Το υπέροχο άρθρο σας για την» οζώδη κοινωνία μας» θα πρέπει να φτάσει, με κάθε τρόπο, στους αντιπροσώπους και «υπερασπιστές» των ούτω καλούμενων συμφερόντων του λαού μας…..για να μην νομίζουν ότι είμαστε ηλίθιοι και δεν καταλαμβαίνουμε τι γίνεται….

    • Ο/Η Yetos λέει:

      Ο κάθε ένας έχει το δικαίωμα να έχει τη γνώμη του και να την υπερασπίζεται καλοδιάθετα και όχι φανατισμένα. Μπορεί με την πάροδο του χρόνου να αλλάξει γνώμη όπως βέβαια και ο συγγραφέας, του κειμένου. Με τα δεδομένα όπμως που είχαμε στο παρελθόν και με αυτά που έχουμε τώρα, πιστεύω ότι το άρθρο παρουσιάζει την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας ουδέποτε ήταν φανατισμένος ούτε πρόκειται να γίνει. Ο συμβιβασμός είναι το μέτρο και το μέτρο είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Εξάλλου και στην Ε.Ε. κυριαρχεί ο ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

  2. Ο/Η Yetos λέει:

    Συμφωνώ ότι θα πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια μας για να μην είμαστε πρόβατα. απαξίωση στους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι κινούνται συμφεροντολογικά και αυτό το καλύπτουν υπό το μανδύα του δημόσιου συμφέροντος ή της αγάπης τους προς τον τόπο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s