Ένα αλλιώτικο ταξίδι στη βροχή

Το τελευταίο ταξίδι μέσα στη βροχή, ενός αγαπημένου προσώπου

Το πόσο καλή είναι η πορεία ενός ανθρώπου πάνω στη γη, φαίνεται ολοκάθαρα, τουλάχιστον στη συνείδηση, στο γραπτό και προφορικό λόγο και στην εν γένει συμπεριφορά των εναπομείναντων ανθρώπων, όταν αυτός αποχωρήσει για πάντα από τη ζωή. Η μεταπήδηση ενός αγαπημένου ανθρώπου από τη μορφή τής παρούσας ζωής στο άλλο επίπεδο, της αιώνιας ζωής, αποτελεί μια τεράστια αλλαγή που διαταράσσει τα νερά του εφησυχασμού και τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Διαταράσσει τη σκέψη και δημιουργεί σε πολλούς στενάχωρες καταστάσεις και σε άλλους οντολογικές αναζητήσεις. 

Αγαπημένο συγγενικό  πρόσωπο, που κατοικούσε σε κωμόπολη της Πελοποννήσου, ύστερα από ολιγόχρονη ταλαιπωρία υγείας, έφυγε για πάντα. Σημασία δεν έχει το ότι έφυγε. Όλοι μας κάποτε θα φύγουμε. Έφυγε προετοιμασμένη και χαρούμενη. Είχε τη δική της φιλοσοφία ζωής. Τη φιλοσοφία αυτή που διαλαλούσε εδώ και πολλά χρόνια στους μαθητές και μαθήτριές της και στους συνάδελφούς της.  Προσέγγιζε δεινοπαθούντες και ολιγοψυχούντες και τους έδινε κουράγιο, θάρρος και περισσή αγάπη με τα απλά λόγια και το γλυκύτατο τραγούδι. Τώρα που αντιμετώπιζε η ίδια της  πρόβλημα  ουδέποτε λιποψύχησε. Συνέχισε πάντα να χαμογελά και να συμπαραστέκεται στους γύρω της,  εμψυχώνοντάς τους ότι όλα τούτα τα κακά είναι αστεία πράγματα, μπροστά στη γλυκύτητα της αιωνιότητας.

Πριν, κατά και μετά  την εξόδια λειτουργία, μια παρατεταμένη πυκνή βροχή δρόσιζε τα πάντα. Και την ίδια. Πρώτη φορά αντιμετώπισα τέτοια ροή πνευματικής μετουσίωσης. Τίποτε το προσχεδιασμένο και τροχιοδρομημένο. Τίποτε το προγραμματισμένο. Τα πάντα τα διέκρινε ο αυθορμητισμός. Και ο αυθορμητισμός είναι πάντα  πιο αληθινός. Δεν κρύβει μέσα του, εκ των υστέρων συμπάθειες, τυπικότητες, κοινωνικότητες, κοσμιότητες, καιροσκοπισμούς, επιδειξιμανίες, εντυπωσιασμούς κλπ. Ο κόσμος ήρθε από παντού μέσα στη βροχή. Και παρέμεινε μέσα στη βροχή μέχρι τέλους. Όλα ήταν ένα πνευματικό πανηγύρι όπου ο κάθε ένας αυθόρμητα έλεγε το προσωπικό του αντίο, χαμογελώντας με προβληματισμό και συγκίνηση και όχι οδυρόμενος και κλαίοντας. Ήταν μια υπόσχεση ότι και αυτός θα προσπαθήσει να υλοποιήσει τις πνευματικές υποθήκες που άφησε η αποχωρούσα για πάντα από τη ζωή αυτή.

Με την αποχωρούσα μιλούσα τακτικά. Πολύ μορφωμένη επαγγελματικά και πνευματικά. Η προσωποποίηση του ανθρώπου με χαρίσματα και πλατιά καρδιά. Απλόχερα η καταβολή προσωπικής θυσίας για τον πλησίον της έτσι απλά, αδολίευτα, φυσιολογικά, πνευματικά. Πάντα, παντού και πάντοτε ο ίδιος άνθρωπος. Είναι ωραίο ο άνθρωπος να είναι ο ίδιος. Ο εαυτός του και όχι να αλλάζει χρώματα, αναλόγως καιρού, περίστασης, περιβάλλοντος χώρου και υφιστάμενης κατάστασης.

Η Μαίρη ήταν δικό μας πρόσωπο. Χρόνια πολλά την ξέραμε. Ήταν στην οικογένειά μας πρότυπο ήθους, καλοσύνης και αγάπης. Με απίστευτες μουσικές φωνητικές χορδές που χαιρόμασταν να ακούμε θεσπέσια τραγούδια της με τα δάκτυλά της να τρέχουν στις νότες ενός ακορντεόν. Ειδικά κάθε καλοκαίρι που ερχόταν κοντά μας για διακοπές και κάποιες άλλες φορές που πηγαίναμε εμείς κοντά της, για σύντομες επισκέψεις. Παρά την γεωγραφικώς μακρινή καταγωγή της και την παλατιανή ανατροφή της, την είχαμε συνεχώς μέσα στην καρδιά μας, γιατί εκείνη πρώτη μπήκε μέσα, με το έτσι θέλω και κάθισε, από ταπεινότητα, στην πιο χαμηλή πολυθρόνα τής ψυχής μας. Με το πλατύ χαμόγελό της και την ξεχωριστή προσωπικότητά της. Με την καταδεκτικότητα και την πολυμάθειά της.  Νομίζω την ήξερα αρκετά, όχι γιατί ήταν δικό μας πρόσωπο αλλά και γιατί μιλούσαμε συχνά για όλα τα θέματα, τα καθημερινά, τα δογματικά, τα πνευματικά, τα επαγγελματικά. Ουδέποτε όμως έζησα στον τόπο τής καθημερινής δραστηριότητάς της και εκεί όπου καθημερινά δούλευε και σμίλευε ψυχές και έπλαθε χαρακτήρες ανθρώπων. Γι΄ αυτό δεν μπόρεσα καμία φορά να συνειδητοποιήσω το μέγεθος του πνευματικού της εκτοπίσματος και το βαθμό της καταξίωσης στις συνειδήσεις των ανθρώπων εκείνων με τους οποίους ερχόταν καθημερινά σε επικοινωνία. Γείτονες, μαθητές, συγγενείς, φίλους, γνωστούς, συνάδελφους, γονείς μαθητών, πνευματικούς ανθρώπους από τα γύρω μοναστήρια, απλούς μετανάστες, και άλλους συνηθισμένους ανθρώπους που ζουν στην απλή καθημερινότητα. Η αποκάλυψη έγινε εκεί, κατά τη διάρκεια των αναγκαίων προετοιμασιών για να φύγει και το άγιο σώμα της από κοντά μας. Εκεί στην εκκλησία που δεν φαινόταν μέσα στη ραγδαία βροχή. Εκεί στο κοιμητήριο που κατακλύσθηκε από κόσμο κάθε ηλικίας, μόρφωσης και πνευματικού επιπέδου. Δεν ακούστηκε κανένα κλάμα. Δεν ακούστηκε καμιά λιποψυχία. Καμία απόγνωση από κανένα, ούτε από  δικό της άνθρωπο, ούτε από άλλο. Δεν ακούστηκε ούτε το βουβό μοιρολόι, παρά μια έντονη παρουσία θαρρετή, συνειδητή, αξιοπρεπής, συγκινησιακή και ανιδιοτελής. Η παρουσία όλων εκεί δεν φαινόταν να ήταν υποχρεωτική από τα θέσμια και τον καθωσπρεπισμό. Νομίζω έτρεξαν όλοι, γιατί θα της υποσχέθηκαν  κάποτε ότι «θα έρθουμε, Μαίρη, να σε αποχαιρετήσουμε για να μας ευλογήσεις και να μην μας ξεχάσεις από εκεί όπου θα βρίσκεσαι. Στις αγκάλες τού Θεού Αβραάμ.» Και ήρθαν τρέχοντας όλοι. Και πήραν όλοι το μικρόφωνο και είπε ο κάθε ένας τη δική του μαρτυρία, υπέβαλε τη δική του κατάθεση. Η επιστροφή τής αγάπης που τόσα χρόνια έδινε εκείνη απλόχερα και χωρίς διάκριση, έπρεπε να ανταποδοθεί. Και η αγάπη που έδωσε ήταν πολυποίκιλη,  πολύμορφη και αδολίευτη.  Και όταν η αγάπη που δίνει κάποιος είναι αδολίευτη και ανιδιοτελής προκαλεί συγκοινωνιακές και αυθόρμητες εξάρσεις  όταν παρουσιαστεί κάποια ανάγκη να ανταποδώσει η ψυχή. Κάποιοι που το έμαθαν από εμάς μέσα στο αεροπλάνο, παράτησαν το σκοπό του ταξιδιού τους και έκαναν την εμφάνισή τους εκεί δίπλα στο χαμογελαστό χλωμό πρόσωπο που εμφαντικά διαλαλούσε τη θεία Γέννηση και τη θεία Ανάσταση. Στο τέλος κατάλαβα το μεγαλείο της ψυχής της.

Όλοι τους είχαν κάτι να πουν. Κάτι που να το διαμοιραστούν με τους υπόλοιπους. Μια μικρή μαθήτρια αναφώνησε με συγκίνηση τη δική της μαρτυρία. Της είπε κάποτε η καλή της δασκάλα.  « Παιδί μου, εγώ ξέρω ότι θα φύγω. Θα ταξιδεύσω μακριά αλλά θα είμαι κοντά σας. Μια κρυφή επιθυμία μόνο έχω, αλλά  φοβάμαι μήπως είναι και εγωισμός. Να φύγω την ημέρα της Ανάστασης του Κυρίου μας ή την ημέρα της Γέννησής Του.»  Και πράγματι έφυγε στις 26 Δεκεμβρίου. Στο τέλος, ο ψύχραιμος γιος της, με περισσή αυτοπεποίθηση και αγάπη, εκπορευόμενη από την παρακαταθήκη της αγάπης της μητέρας του, πήρε το μικρόφωνο και ευχαριστώντας όλους, για την εκεί παρουσία τους, είπε:

 « Για τη θύμηση της μητέρας μου ας γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.»

Advertisements
This entry was posted in Κοινωνικά, Πνευματικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s