Η madam

1Ρε παιδί μου, είναι αδύνατον να προβλέψεις τι σού επιφυλάσσει το μέλλον!!! Ξεκινάς βασιλιάς στο δικό σου χώρο και καταλήγεις να εξαρτάσαι από μια νεαρή οικιακή βοηθό, η οποία αντί να σε υπηρετεί, την υπηρετείς. … Δηλαδή αντιστρέφονται οι ρόλοι. Η οικιακή βοηθός γίνεται κατά κάποιο τρόπο madam και κάνει διακοπές στην οικία σου και εσύ ασμένως και με συνέπεια, καταγίνεσαι στην εξυπηρέτησή της, με βάση τον «περί αλλοδαπών νόμο». Δηλαδή στην ένδυση, διατροφή, διαμονή, στην καταβολή μηνιαίου μισθού και χαρτζιλίκι, pocket money Κυριακής για τις εξόδους της μαζί με άλλες μελαψές φίλες της, κάπου στην παραλία ή στα πάρκα της πόλης.

Γνωστή μας κυρία, η Μερόπη, ζούσε για πάρα πολλά χρόνια μαζί με τη μητέρα της, την Λουκία, στο δικό τους μεγάλο σπίτι. Ήταν σφόδρα εναντίον οιασδήποτε έξωθεν βοήθειας και δη από κάποια μελαψή αλλοδαπή. Ήλθε όμως το πλήρωμα τού χρόνου, όπου η μητέρα έγινε υπέργηρα ενενηκοντούτης και η θυγατέρα της, γηραιά συνταξιούχος. Λόγω ηλικίας, ασθενειών και σωματικών διαστάσεων, η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο. Η αυτοεξυπηρέτηση και αλληλοεξυπηρέτηση ήταν αδύνατη. Ήθελαν βοήθεια ειδικά στη μετακίνησή τους, για τις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας , στην καθαριότητα τού σπιτιού και στην κουζίνα. Αποτάθηκαν, με βαριά την καρδιά, σε γραφείο εξεύρεσης οικιακής βοηθού. Προτιμούσαν να προσλάβουν νεαρή ύπαρξη για λόγους αισθητικής, ηλικιακής και οπτικής ισορροπίας. Από τη μια να τονώνεται το ηθικό τους, αναπολώντας νοσταλγικά τα περασμένα τους μεγαλεία με πλεξούδες και κορδέλες και από την άλλη ως νεαρή η οικιακή βοηθός να μην αρρωσταίνει κάθε τόσο και τρέχουν και οι τρεις στους γιατρούς.3

Στο «άψε σβήσε» λοιπόν, κατέφθασε στην οικία τους μια μελαψή νεαρή ύπαρξη, ηλικίας 25 ετών, λεπτή, λυγερόκορμη, ολιγόκορμη και αέρινη. Μπήκε στο σπίτι τους μια …μαυριδερή γλυκιά άνοιξη. Η Σάντη.

Αγκαλιές, φιλιά και επίδειξη της τοπικής φιλοξενίας. Βάψιμο δωματίων, καινούργια ντουλάπα, καινούργιο κρεβάτι για την οικιακή βοηθό, δίπλα στο κρεβάτι της υπέρ- γηραιάς μητέρας, ως είθισται και ως έπρεπε. Τη δεύτερη νύκτα, η μελαψή νεράιδα, ορμώμενη εκ Σρι Λάνκας, (πρώην Κεϋλάνη, δηλαδή Κεϋλανιώτισσα), παραπονέθηκε κλαψουρίζοντας στη madam Β, ότι «γιαγιά problem». Δεν την άφησε να κοιμηθεί ούτε ένα λεπτό το βράδυ. Τι να κάνει η madam A, αναγκάστηκε να την μετακινήσει στο διπλανό δωμάτιο και να επιστρέψει η ίδια της στο δωμάτιο της μητέρας της.

2 Η μελαψή, δυστυχώς, δεν ήξερε από δουλειές ούτε καν να βράσει ένα αυγό. «Ένα φαγητό δεν είναι τίποτε. Σπουδαία τα λάχανα». Σκέφτηκε η μαντάμ Β. Συνέχισε λοιπόν να μαγειρεύει, κούτσα- κούτσα, υποβασταζόμενη στους πάγκους της κουζίνας. Έτρωγαν και οι τρεις αντάμα μια χαρά. Η γηραιά κυρία Λουκία με τον καιρό όμως, λόγω ηλικίας, άρχισε να τρώει μόνο αλεσμένα φαγητά. Τότε άρχισε η κατ΄ επίφαση madam Β να μαγειρεύει δύο φαγητά. Το ένα για τη φιλοξενούμενη οικιακή βοηθό, την οποία «…έστειλε ο Θεός στην πόρτα τους» όπως έλεγε και το άλλο φαγητό για την άρρωστη μητέρα της και για την ίδια, που συμπτωματικά εκείνη την περίοδο ξεκίνησε να αποστερείται των οδόντων της. Σε λίγο χρόνο παρουσιάστηκε και πρόβλημα στη διακίνηση της γηραιάς μητέρας προς το μπάνιο, στην προσπάθεια ένδυσης, κλπ. Η αλλοδαπή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί λόγω του ότι ήταν μικροκαμωμένη, …άνευ μυών. Η μαντάμ Β, αναγκάστηκε να προσλάβει για μερικές ώρες καθημερινώς, ειδική νοσοκόμα που ήταν εύσωμη και ικανή για αυτές τις εργασίες.

5Η μελαψή οικιακή βοηθός λικνιζόταν στα δωμάτια, έβγαινε στο παράθυρο και παρακολουθούσε την κίνηση, καθάριζε λίγο τον κήπο, έπαιζε συνέχεια με το κινητό της και κοιμόταν ύπνο βαθύ, με τις ώρες. Τι να γίνει; Μικρή ήταν και ο ύπνος τρέφει τα μωρά. Μωρό – μωρό, αλλά δεν παρέλειπε να απαιτεί είκοσι ευρώ (δέκα συν δέκα), ως pocket money για κάθε Κυριακή, επειδή παρέμενε επιφυλακή (stand by) στο σπίτι. Για την ακρίβεια διακινείτο και χαριεντιζόταν με τις συμπατριώτισσές της στην ευρύτερη γειτονιά.

Κάποτε η μητέρα υπέρ – ενενηκοντούτης πέθανε. Η μελαψή Σριλανκέζα (Κεϋλανιώτισσα) συνέχισε να παραμένει κοντά στη δεύτερη madam, η οποία βρισκόταν πια στην ηλικία εκείνη που δικαιούταν να έχει και αυτή οικιακή βοηθό. Ευτυχώς που δικαιούταν γιατί διαφορετικά δεν ήξερε τι να κάνει. Συνήθισε την παρέα της αλλοδαπής, της οποίας η παρουσία ήταν πλέον αναγκαία. Περισσότερο, αισθανόταν την ανάγκη να την έχει ως συντροφιά και όχι για να κάνει δουλειές.

Τις προάλλες πήγαν με λεωφορείο στην πρωτεύουσα για μερικές μέρες επίσκεψη σε κάποιους συγγενείς. Τις αποσκευές τις μετέφερε η madam λόγω μυϊκής δύναμης. Η Σριλανκέζα ακολουθούσε ευδιάθετη, λικνιζόμενη και μειδιούσα στους περαστικούς. Η Κεϋλανιώτισσα, πρέπει να πούμε, ότι για δεκαπέντε μέρες την πέρασε φίνα. Περιήγηση, φαγητό, γύρα, τηλέφωνο και ξάπλα. Τέλειωσαν οι μέρες και η μαντάμ μαζί με τη λυγερή οικιακή βοηθό μπήκαν ξανά στο λεωφορείο για επιστροφή. Όταν το λεωφορείο έφθασε και στάθμευσε στο σταθμό, η μαντάμ κατέβηκε σιγά – σιγά, πήρε στα χέρια της τις δυο αποσκευές, όπως και όλοι οι άλλοι επιβάτες και προσπαθούσε να εντοπίσει την οικιακή βοηθό. Συνειδητοποίησε ότι ήταν εξαφανισμένη. Τρελάθηκε. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. Χάθηκε στο δρόμο; Κατέβηκε κάπου και δεν πρόλαβε να ξαναμπεί στο λεωφορείο; Κατέβηκε πριν από αυτή και δεν την είδε; 6Τελικά την είδε στο κλειδωμένο λεωφορείο να κοιμάται τού καλού καιρού κουλουριασμένη στο κάθισμα. Πρόλαβε τον οδηγό πριν φύγει και την έβγαλαν έξω. Εκείνη κατέβηκε από το αυτοκίνητο σκασμένη στα γέλια. Προς το σπίτι, περπατούσε εκείνη μπροστά και η μαντάμ την ακολουθούσε αγκομαχώντας, κρατώντας τις δύο βαλίτσες.

Ήταν του Θεού γραφτό, τώρα στα γεράματα, μια και δεν έτυχε να έχει δική της οικογένεια και δικά της παιδιά, να καταγίνεται με το μεγάλωμα μιας μελαψής αλλοδαπής, κατ΄ επίφαση «οικιακής βοηθού». Τόσο την έχει συνηθίσει που αν της φύγει κάποια μέρα, θα περιπέσει σε μαρασμό. Η αλλοδαπή το ξέρει αυτό και κάθε τόσο την εκβιάζει.

4«Μαντάμ εγκώ φύγει γιατί εγκώ κουρασμένη, ώρες πολλές». Η μαντάμ δεν της επιτρέπει να κουράζεται, της κάνει τα χατίρια και τελευταία φέρνει καθαρίστρια για τα τζάμια των παραθύρων τού σπιτιού της, γυναίκα που σιδερώνει τα ρούχα και κηπουρό για τον κήπο της. Άρχισε να φιλοσοφεί την όλη κατάσταση και να γελά και η ίδια της, περιγράφοντας τα διαδραματιζόμενα στις φίλες της. Το χώνεψε ότι υπηρετεί την κόρη της, μάλλον την εγγονή της, που θα είχε αν παντρευόταν στους καιρούς της, αν γεννούσε στην ώρα της, αν γεννούσε δικό της παιδί, δηλαδή μια θυγατέρα, αν παντρευόταν η θυγατέρα της, αν η θυγατέρα της γεννούσε ένα παιδί, μια εγγονή που θα είχε την ίδια ηλικία με τη μελαψή αλλοδαπή.

Άρα, με λίγη φαντασία, η Κεϋλανιώτισσα είναι οιονεί (κατά κάποιο τρόπο) …εγγονή της. Θα πρέπει να την υπηρετεί, να απολαμβάνει τη συντροφιά της και να ανέχεται τις όποιες ιδιοτροπίες της. Τουλάχιστον έχει έναν άνθρωπο και μιλά.

Η Κεϋλανιώτισσα Σάντη τα έχει όλα. Είναι μια μικρή μελαψή κυρία, η οποία έχει όλα τα πρωτεία, εκτός από το …madam. Το …madam παρέμεινε ιδιοκτησιακός τίτλος στην κυρία Μερόπη. Ένας ψευδεπίγραφος τίτλος κυριαρχίας.

«Άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη».

 

 

Advertisements
This entry was posted in Καθημερινά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s