Ο ξυλόφουρνος τού Ανδροκλή

1Ο παραγείτων, ο Ανδροκλής – ο μπατζανάκης μου- διαθέτει έναν αξιόλογο ξυλόφουρνο, παραδοσιακό, παλαιού τύπου, που τον έχει κτίσει εδώ και χρόνια σε περίοπτη θέση, στην άκρη του κήπου του. Κάθε λίγο και λιγάκι μάς θυμιατίζει με τη μυρωδιά και τους καπνούς των κλαδόξυλων που τα ανάβει επιμελώς και με δεξιοτεχνία στο στόμιο και εντός του φούρνου, μέχρι να «ασπρίσουν τα αυτιά και τα πλευρινά του», όπως λέμε.  Δηλαδή να ασπρίσουν τα αυτιά του φούρνου και να κοκκινίσουν τα αυτιά τού Ανδροκλή από την αύρα της φωτιάς και από τον «πύρουλλο» τού Αυγούστου, που ευτυχώς έφυγε.

2Μερακλής μέγας  στο άναμμα του φούρνου, τελικά, ο Ανδροκλής. Δίπλα στο φούρνο κατά σειρά κείνται δέσμες κλαδόξυλων, έτοιμες να τον τροφοδοτήσουν, να τον πυρώσουν  και να τον καταστήσουν ικανό να δεχθεί, μετά βαΐων και κλάδων, έναν αριθμό ταψιών με τα επίμαχα φρέσκα κρέατα.

Καλά όλα τούτα. Μα ο ευλογημένος ο Ανδροκλής, ούτε που μάς ρωτάει, αν έχουμε απλωμένα πλυμένα ρούχα, ούτε αν έχουμε ξένους, ούτε αν αντέχουμε να αναπνέουμε παράγωγα της καύσης των ξύλων. Ο περί ου λόγος φούρνος, βρίσκεσαι προς τη δυτική πλευρά από εκεί όπου φυσά, ως συνήθως, ένα απαλό δροσερό αεράκι. Καταμεσής του Αυγούστου αυτό το έστω ολίγο αεράκι αποτελεί βάλσαμο και χρυσαφένιο εύρημα μέσα στην κάψα του μεσογειακού καλοκαιριού.   Αποτέλεσμα λοιπόν τού ανάματος τού φούρνου, είναι να έρχεται  όλη  η καπνιά  κατευθείαν απάνω μας. Ορμητική, καυστική, ανάγωγη και αποπνικτική.

3Ένα  απόγευμα του Αυγούστου, λοιπόν, ύστερα από μια σαδιστική και επίμονη ψηλή θερμοκρασία, κεντημένη με γκρίζα σταυροβελονιά της άτιμης υγρασίας, θεώρησα σκόπιμο και ωφέλιμο να ανοίξω όλα τα παράθυρα και τις πόρτες για να εξέλθει η ζέστη του εσωτερικού χώρου της οικίας μου και να εισέρθει το απαλό δειλινό αεράκι, ορμώμενο εκ δυσμών. Αύθις, αντί να εισέρθει το απαλό αεράκι, εφόρμησε η μυρωδιά και η καπνιά από τον αναμμένο φούρνο τού καλού μας Ανδροκλή. Είπαμε ότι ο Ανδροκλής είναι μπατζανάκης, λέγε καλύτερα, «πέρα από αδελφός».

Καλός ο φούρνος, καλός ο μπατζανάκης, μέγας ο Ανδροκλής, αλλά η καπνίλα αφόρητη και η μυρωδιά των καμένων ξύλων λίαν ενοχλητική. Λες η ζέστη, λες η κούραση, δεν άντεξα.

«Κοιλιόδουλοι», αναφώνηση κρυφίως.

«Κρετίνοι», σκέφτηκα αστραπιαία. Η καπνιά εμπότισε τα πάντα εντός και εκτός της οικίας.

«Ανατολίτες», φώναξα δυνατά. Η καπνίλα εμπότισε και τη σκέψη μου.

4Κατά το μεσημεράκι της επόμενης μέρας, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Βλέπω τη  σύζυγο να φέρνει ένα  ταψί με καλοψημένο κρέας και πατάτες τού φούρνου. Μοσχομύρισε ο τόπος. Μαγικές μυρωδιές, λέγε πρωτόγνωρες, βαθυστόχαστες με γλυκές αναμνήσεις.

«Κρέας από το φούρνο του Ανδροκλή», μου λέει η σύζυγος, τονίζοντας μια – μια τις λέξεις, χαμογελώντας.

«Ποιου Ανδροκλή; Μουρμούρισα.

«Από το φούρνο της Γωγώς, της αδελφής μου καλέ, μόλις τον άνοιξε ο Ανδροκλής.»

Αποβλακώθηκα!!! Γύρισα το κεφάλι μου προς το άδειο πιάτο μου και έκανα δυσπροσάρμοστους μορφασμούς.

«Τι έγινε; Θα φάμε κρέας του φούρνου;» Ρώτησα ασθμαίνων και με έκπληξη.

 «Μάλιστα κύριε. Το ίδιο ακριβώς κρέας που ψήνανε οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, στα χρόνια εκείνα τα παλιά.»

 Ε΄ ρε γλέντι που έγινε. Μπουκιά και συχώριο. Άκου εκεί δίαιτες, εγκράτειες, νηστείες και χορτοφάγοι. «Κουροφέξαλα της απάνω Τσιερκατσιής.»

«Για ποια μυρωδιά και ποια καπνιά μιλήσαμε σιορ;» Είπα μεγαλόφωνα.

«Εσύ μίλησες. Εσύ άφριζες. Και μίλησες για κοιλιόδουλους, κρετίνους και ανατολίτες», είπε η σύζυγος.

«Λόγια του αέρα, γυναίκα… . Παράκουσες», είπα χαμηλόφωνα.

6Χίλιες μυρωδιές και χίλιες καπνιές δεν μπορούν να επισκιάσουν τη γλυκιά, ανεπανάληπτη, εύγεστη και απολαυστική γεύση τού κρέατος και της πατάτας που ψήνει ο φούρνος τού Ανδροκλή. Ο ξυλόφουρνος , του αγαπητού, φίλου, τεχνίτη και δεξιοτέχνη, Ανδροκλή.

«Μπράβο ρε Ανδροκλή, ανατολίτη, δεξιοτέχνη τού ξυλόφουρνου, υγεία να σου δίνει ο Θεός για να πίνουμε την καπνιά και να τρώμε το ψητό τού φούρνου σου!!!» Είπα μεγαλοφώνως,  χαϊδεύοντας με τις δυο μου παλάμες την πεπλατυσμένη μου κοιλιά.

5Τελειώνοντας, να σε ρωτήσω κάτι φίλε Ανδροκλή:

 «πότε να ανάψεις ξανά, τον ξυλόφουρνό σου; Και μην ακούς τι σου λέει η κουνιάδα σου. Τελευταία, δεν ξέρω, αλλά κάτι έχει και …παρακούει… .»

«Α΄ και να ξέρεις, ότι το κρέας του ξυλόφουρνού σου, δεν παίζεται!!!

 

 

 

 

.

Advertisements
This entry was posted in Καθημερινά, Κοινωνικά. Bookmark the permalink.

1 Response to Ο ξυλόφουρνος τού Ανδροκλή

  1. Παράθεμα: Ο ξυλόφουρνος τού Ανδροκλή | Oxtapus *blueAction

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s